Μαριάννα Ράνου: ΟΛΑ ΣΤΟ ΦΩΣ + ΜΕΤΡΑ ΘΩΡΑΚΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Οι αποκαλύψεις για τις μίζες διαδέχονται η μία την άλλη ενώ, παράλληλα,  συζητούνται και οι ρουσφετολογικές ρυθμίσεις σε όφελος των βουλευτών. Οι πολίτες πειθόμαστε απολύτως για την διαφθορά ενός μεγάλου μέρους του παλαιού πολιτικού και δημοσιοϋπαλληλικού προσωπικού που, προφανώς, ενεργούσε ασύδοτα αλλά αυτό δεν αρκεί. Για να μην πάθουμε άπωση για την πολιτική ακούγοντας καθημερινά ένα νέο σκάνδαλο (είμαστε κοντά σε κατάσταση εμετικού συνδρόμου) θέλουμε να δούμε και την αλτερνατίβα, πως δεν θα έχουμε και στο μέλλον παρόμοιες καταστάσεις. Το «ΟΛΑ ΣΤΟ ΦΩΣ» είναι αναγκαίο να υλοποιηθεί αλλά δεν αρκεί. Θα είναι εγκληματικό  αν η δημόσια συζήτηση και δράση σταματήσει εκεί και δεν συνοδευτεί με θεσμοθέτηση «ΜΕΤΡΩΝ ΘΩΡΑΚΙΣΗΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ» δηλαδή  προώθηση θεσμών διαφάνειας που θα ακυρώσουν –κατά το δυνατόν- την μελλοντική εμφάνιση παρόμοιων φαινομένων. Χρειάζεται να ανοίξει μια δημόσια συζήτηση για όλες τις μορφές διαφύλαξης του δημόσιου χρήματος και, γενικότερα,  της δημόσιας περιουσίας, αλλά και των προνομίων όλων όσων υπηρετούν στη δημόσια σφαίρα: από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας έως το μέλος του Δημοτικού Συμβουλίου. Τίποτε δεν πρέπει να μείνει εκτός συζήτησης, και αυτή η γενική διατύπωση μπορεί να περιλάβει και πολλά άλλα ζητήματα που μένουν στο απυρόβλητο ως σήμερα.

Για παράδειγμα: η κατασπατάληση δημόσιου πλούτου από Υπουργεία, Δήμους και άλλους δημόσιους φορείς μέσω της εγκατάλειψης στη φθορά μέρους της ακίνητης περιουσίας τους.  Αυτή η δημόσια περιουσία (κτήρια, συγκροτήματα κτηρίων κ.α.) – ή, κατά την στενή έννοια, δημόσιο χρήμα- σε αρκετές περιπτώσεις αφήνεται στην τύχη της, σαν να είναι ορφανή από ιδιοκτήτη. Υπάρχουν πολλές περιπτώσεις που  δημόσια κτήρια γυμνώνονται μέχρι και από τις πρίζες τους από διάφορους επιτήδειους και απαξιώνονται παντελώς, ερειπώνονται, είτε από ανικανότητα του ιδιοκτήτη τους να τα φυλάξει και να τα συντηρήσει είτε από την υποταγή του σε απώτερους σχεδιασμούς κυκλωμάτων που σχεδιάζουν ποικιλοτρόπως σε βάρος αυτής της δημόσιας περιουσίας. Η συνήθης  απάντηση σε διαμαρτυρόμενους πολίτες σε έναν Δήμο π.χ. είναι «δεν υπάρχουν λεφτά», «δεν εγκρίνονται τα έξοδα φύλαξης» κ.α. Είναι περίεργο βέβαια να μην υπάρχουν χρήματα για την φύλαξη κτηρίου -που μπορεί να είναι και ελάχιστα αν τοποθετηθούν κάμερες π.χ. – και να υπάρχουν χρήματα για προσλήψεις φίλων από δημάρχους με όχι ευκαταφρόνητους μισθούς… Κι όμως, θα έπρεπε να ελέγχεται και να διασφαλίζεται με κάποιον τρόπο η καλή διαχείριση αυτής της περιουσίας -που σε ορισμένες περιπτώσεις είναι και εξαιρετικά μεγάλης αξίας. Δεν μπορεί να μας απασχολεί το χιλιάρικο μιας υπουργού (και καλώς μας απασχολεί) και να μην μας απασχολούν ζημίες δεκάδων και εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ από την φθορά των δημόσιων κτηρίων ή από το καθεστώς αχρησίας τους που στερεί έσοδα από το δημόσιο ταμείο.

Ακόμη πιο περίεργο είναι ότι η αμέλεια και η αφροντισιά επεκτείνεται και σε δημόσια κτήρια που είναι πολιτιστική κληρονομιά, χαρακτηρισμένα ως μνημεία. Και είναι πιο περίεργο όχι γιατί οι ιδιοκτήτες τους δεν κατανοούν την ιδιαίτερη αξία τους –πράγμα σύνηθες-  αλλά, διότι, εδώ υπάρχει σχετική νομοθεσία (ο αρχαιολογικός νόμος -Ν.3028/200:  Άρθρα 10, 56, 57,  67)   που περιγράφει επακριβώς τις υποχρεώσεις του ιδιοκτήτη για φύλαξη και φροντίδα του μνημείου, αλλά και τις ποινικές του ευθύνες  (μέχρι 3 χρόνια φυλακή) όταν δεν συμμορφώνεται στις υποχρεώσεις του. Όμως, ο νόμος δεν εφαρμόζεται ακόμη κι όταν καταγγελίες φθάνουν σε εισαγγελείς.

Γι όλες τις παραπάνω περιπτώσεις θα ανοίξει μια συζήτηση ουσίας;

ΜΑΡΙΑΝΝΑ ΡΑΝΟΥ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

*
*